LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀπο-θνῄσκω"
- ἀπο-θνῄσκω, μέλ. -θᾰνοῦμαι, Ιων. -θανέομαι ή -εῦμαι· αόρ. βʹ -έθᾰνον, παρακ. -τέθνηκα, Επικ. μτχ. -τεθνηώς· επιτετ. του θνήσκω· I. πεθαίνω, ξεψυχώ, σε Όμηρ., Αττ.· είμαι έτοιμος να πεθάνω ή να σκάσω από τα γέλια, σε Αριστοφ. II. ως Παθ. του ἀποκτείνω, φονεύομαι, δολοφονούμαι, ὑπό τινος, σε Ηρόδ., Πλάτ.

