LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀπο-γιγνώσκω"
- ἀπο-γιγνώσκω, Ιων. και μεταγεν. Αττ. -γῑνώσκω, μέλ. -γνώσομαι· I. εγκαταλείπω μια γνώμη, παραιτούμαι από το σχέδιο ή την πρόθεση να κάνω κάτι, ἀπογιγνώσκω τὸμάχεσθαι, σε Ξεν.· ἀπογιγνώσκω μὴ βοηθεῖν, αποφασίζω να μη βοηθήσω, σε Δημ. II. 1. με γεν. πράγμ., απελπίζομαι για κάτι, με γεν., σε Λυσ.· απόλ., περιέρχομαι σε απόγνωση, σε Δημ. 2. με αιτ., εγκαταλείπω κάτι θεωρώντάς το απέλπιδα προσπάθεια, στον ίδ. — Παθ., είμαι απεγνωσμένος, απελπισμένος, σε Δημ. III. ως νομικός όρος, αρνούμαι να αποδεχθώ μια κατηγορία, την απορρίπτω, δηλώνω αθώος, στον ίδ.· ἀπογίγνομαί τινος (ενν. δίκην ή γραφὴν), απορρίπτω την καταγγελία που ήλθε ενώπιον του δικαστηρίου κάποιου, δηλ. τον απαλλάσσω αντίθ. προς το καταγιγνώσκειν τινός, στον ίδ.· επίσης, ἀπογιγνώσκω τινά (ενν. τῆς δίκης ή γραφῆς), απαλλάσσω κάποιον από μια κατηγορία, τον αθωώνω, στον ίδ.

