LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀξιό-χρεως"
- ἀξιό-χρεως, -εων, γεν. -ω· Ιων. ἀξιόχρεος, -ον, ουδ. πληθ. ἀξιόχρεα· (χρέος)· άξιος για κάτι, και ομοίως· I. 1. απόλ. όπως το ἀξιόλογος, αξιομνημόνευτος, σημαντικός, αξιόλογος, σε Ηρόδ., Θουκ. 2. εξυπηρετικός, επαρκής, αρκετός, αἰτίη, σε Ηρόδ.· ἀξ. ἐγγυηταί, αξιόπιστοι, βασικοί, αξιόχρεοι, σε Πλάτ. II. με απαρ., ικανός, επαρκής να πράξει, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ. III. με γεν. πράγμ., άξιος, αντάξιος, σε Ηρόδ., Δημ.

