Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀξιόω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀξιόω, μέλ. -ώσω, παρακ. ἠξίωκαΠαθ. μέλ. ἀξιωθήσομαι και στον μέσο τύπο ἀξιώσομαι· αόρ. αʹ ἠξιώθην, παρακ. ἠξίωμαι· (ἄξιοςI. 1. σκέφτομαι ή θεωρώ άξιο είτε κάποιου πράγματος είτε αμοιβής, σε Ευρ., Ξεν.· ή ακόμα ποινής, σε Ηρόδ., Πλάτ.Παθ., θεωρούμαι άξιος, τινός, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ. 2. με αιτ. προσ., εκτιμώ, τιμώ, σε Τραγ. II. με αιτ. προσ. και απαρ., 1. θεωρώ κάποιον ικανό να πράξει ή να είναι, σε Ευρ. κ.λπ.Παθ., σε Αισχύλ. κ.λπ. 2. θεωρώ κατάλληλο, ελπίζω, απαιτώ, προσδοκώ ότι, Λατ. postulare, ἀξ. τινὰ ἐλθεῖν, σε Ηρόδ., κ.λ. III. 1. με απαρ. μόνο, ἀξ. κομίζεσθαι, τυγχάνειν, κομίζω, θεωρώ κάποιον άξιο να παραλάβει, προσδοκώ να παραλάβει, σε Θουκ.Παθ., αξιώνομαι να πράξω, σε Δημ. 2. νομίζω πρέπον, προσδοκώ, αποφασίζω, συναινώ, ἀξιῶ θανεῖν, σε Σοφ.· εἴ τις ἀξιοῖ μαθεῖν, αν ευαρεστείται στο να μαθαίνει, σε Αισχύλ.· ομοίως στη Μέσ., ἀξιοῦσθαι μέλειν, ευαρεστούμαι να φροντίζω για, στον ίδ., κ.λ.· επίσης ως γνήσιο Μέσ., οὐκ ἀξιεύμενος, μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο, σε Ηρόδ. IV. διεκδικώ, ισχυρίζομαι, νικᾶν ἠξίουν, διεκδίκησε τη νίκη, σε Θουκ.· απόλ., εγείρω αξίωση, στον ίδ. V. θεωρώ, έχω τη γνώμη, σε Δημ.· ἐν τῷ τοιῷδε ἀξιοῦντι, σε τέτοια κατάσταση γνώμης, σε Θουκ.