LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀξίωμα"
- ἀξίωμα, -ατος, τό (ἀξιόω), I. 1. αυτό για το οποίο κάποιος θεωρείται άξιος, τιμή, σε Ευρ.· γάμων ἀξ., τιμή γάμου, στον ίδ. 2. τιμή, εκτίμηση, φήμη, Λατ. dignitas, σε Ευρ., Θουκ. 3. τάξη, θέση, σε Θουκ.· λέγεται για πράγματα, αξία, ποιότητα, στον ίδ. II. 1. αυτό που θεωρείται κατάλληλο, σκέψη, απόφαση, σκοπός, επιδίωξη, σε Σοφ., Δημ. 2. στα Μαθηματικά, αυταπόδεικτο θεώρημα, αξίωμα, σε Αριστ.

