LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀν-οικίζω"
- ἀν-οικίζω, μέλ. Αττ. -ῐῶ, ανακατώνω τη χώρα — I. Παθ. και Μέσ., μεταφέρω την διαμονή μου στην εξοχή, μεταναστεύω στο εσωτερικό, σε Αριστοφ.· και για πόλεις, είμαι χτισμένος στην ενδοχώρα, μακριά από την ακτή, σε Θουκ.· γενικά, μεταναστεύω, δεῦρ' ἀνοικισθείς, σε Αριστοφ., Θουκ. II. επανατοποθετώ, επαναπροσδιορίζω — Παθ., οικίζομαι από την αρχή, σε Πλούτ.

