LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀν-αρτάω"
- ἀν-αρτάω, μέλ. -ήσω — Παθ. παρακ. ἀνήρτημαι· κρεμώ σε ή πάνω, συνδέω, εξαρτώ, ἐς θεοὺς ἀν. τι, το αφήνω να εξαρτάται απ' αυτούς, σε Ευρ.· ἀν. ἑαυτὸν εἰς δῆμον, σε Δημ. II. Παθ., κρέμωμαι, εξαρτώμαι, σε Πλάτ. 2. μεταφ., βασίζομαι ή εξαρτώμαι πάνω σε, ἔκ τινος, στον ίδ., Δημ.· ἀνηρτῆσθαι εἰς..., αναφέρομαι ή έχω αναφορά σε..., σε Πλάτ.· ἀνηρτημένοι ταῖςὄψεσιν πρός τινα, έχοντας «κρεμάσει» τα μάτια τους πάνω σε κάποιον, σε Πλούτ. III. Μέσ., κάνω κάποιον να προσκολληθεί, να εξαρτάται, από τινά, σε Ξεν.

