Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀν-αιρέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀν-αιρέω, μέλ. -ήσω, παρακ. -ῄρηκα, αόρ. βʹ ἀν-εῖλον·
Α. I. 1.
σηκώνω, μαζεύω, Λατ. tollere. 2. μεταφέρω, σηκώνω και κομίζω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. 3. περισυλλέγω πτώματα για ταφή, σε Αριστοφ., Ξεν.· είναι συνηθέστερο στη Μέσ. II. 1. καταστρέφω, αφανίζω, εξοντώνω, σε Όμηρ., Ηρόδ. κ.λπ. 2. λέγεται για πράγματα, καταλύω, ακυρώνω, διαγράφω, εξαλείφω, σε Ξεν. κ.λπ. 3. καταρρίπτω επιχείρημα, ανατρέπω, σε Πλάτ. II. ορίζω, διατάσσω, λέγεται για χρησμό, με απαρ., ἀνεῖλε παραδοῦναι, σε Θουκ.· επίσης με αιτ. και απαρ. ἀνεῖλέ μιν βασιλέα εἶναι, σε Ηρόδ. 2. απόλ., απαντώ, αποκρίνομαι, στον ίδ., Αττ. Β. I. 1. παίρνω για τον εαυτό μου, σηκώνω· και έπειτα, κερδίζω, νικώ, αποκτώ, κατορθώνω, σε Όμηρ. κ.λπ.· ποινήν τινος ἀν., απαιτώ τιμωρία από κάποιον, σε Ηρόδ. 2. αρπάζω, παίρνω για τον εαυτό μου και απέρχομαι, σε Ομήρ. Οδ. 3. συλλέγω πτώματα για ταφή, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ. 4. παίρνω στα χέρια μου, σε Ομήρ. Ιλ.· απ' όπου, αναλαμβάνω νεογέννητα παιδιά, αναγνωρίζω ως δικά μου, αποκτώ, Λατ. dollere, suspicere, σε Πλούτ. 5. συλλαμβάνω στη μήτρα, όπως το ίδιο το συλλαμβάνω, σε Ηρόδ. II. αναλαμβάνω, δεσμεύομαι, πόνους, στον ίδ.· πόλεμόν τινι, πόλεμος εναντίον κάποιου, στον ίδ.· ἀν. δημόσιον ἔργον, αναλαμβάνω την περάτωσή του, σε Πλάτ. 2. αποδέχομαι ως δικό μου, γνώμην, σε Ηρόδ.· ἀν. φιλοψυχίην, έχω αγάπη προς την ζωή, στον ίδ. III. αποσύρω, λύνω, διαγράφω, ακυρώνω, σε Δημ.