LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀνα-γράφω"
- ἀνα-γράφω, μέλ. -ψω, I. 1. εγχαράττω και στήνω, λέγεται για συνθήκες, νόμους κ.λπ.· χαράζω, εγγράφω, ἀν. τι ἐν στήλῃ ή ἐς στήλην, σε Θουκ., Δημ. 2. λέγεται για πρόσωπα, καταχωρώ το όνομά του, σε Ισοκρ. — Παθ., ἀναγραφῆναι πατρόθεν, είναι εγγεγραμμένος με το πατρικό του όνομα, σε Ηρόδ.· ἀναγράφεσθαι εὐεργέτης, καταχωρείται, αναγράφεται ως ευεργέτης, στον ίδ. II. περιγράφω μαθηματικά, σε Πλάτ. (στη Μέσ.). III. ονομάζω, αποκαλώ, σε Πλούτ.

