LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀνα-βιόω=ἀναβιώσκομαι"
- ἀνα-βιόω=ἀναβιώσκομαι, μέλ. -βιώσομαι, αόρ. βʹ ἀνεβίων ή -εβίουν· παρακ. -βεβίωκα· επανέρχομαι στη ζωή, ξαναζώ, σε Αριστοφ., Πλάτ.

