Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "ἀμβλύς"

Βρέθηκε 1 λήμμα
ἀμβλύς, -εῖα, , I.1. ήπιος, μη κοφτερός, με αφηρημένη την αιχμή, για αιχμηρό εργαλείο, σε Πλάτ. κ.λπ.· μεταφ., ασθενής, αχνός, ασαφής, λέγεται για την όραση, ἀμβλὺ ὁρᾶν, βλέπειν, στον ίδ.· λέγεται για συναισθήματα, ἀμβλυτέρᾳ τῇ ὀργῇ, με λιγότερο δριμεία, σε Θουκ.· ἀμβλύτερον ποιεῖν τι, λιγότερο ζωηρό, στον ίδ. 2. στις Ευμ. του Αισχύλ. λέγεται για τον Ορέστη, που έχει απωλέσει την οξύτητα της ενοχής του· αλλά για πρόσωπα γενικά, άπνοος, άψυχος, νωθρός, αδρανής, έχοντας χάσει την οξεία αίσθηση, σε Θουκ. II. Ενεργ., αυτός που σκοτεινιάζει κάτι, χρησιμοποιείται για τα σύννεφα, σε Ανθ.