LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "ἀγᾰπάω"
- ἀγᾰπάω, μέλ. -ήσω, παρακ. ἠγάπηκα· Επικ. αόρ. αʹ ἀγάπησα (ἀγάπη)· I. 1. λέγεται για πρόσωπα, συμπεριφέρομαι με αφοσίωση, τρυφερότητα, στέργω, αγαπώ, θαυμάζω· με αιτ., Αττ. αντί Επικ. ἀγαπάζω, σε Πλάτ. κ.λπ. — Παθ., αγαπιέμαι, στον ίδ., σε Δημ. 2. στην Κ.Δ., αισθάνομαι αδελφική αγάπη προς κάποιον, βλ. ἀγάπη. II. λέγεται για πράγματα, είμαι ικανοποιημένος ή ευχαριστημένος με ένα πράγμα, με δοτ., σε Δημ. κ.λπ.· επίσης, με αιτ. πράγμ., στον ίδ.· απόλ., είμαι ευχαριστημένος, σε Λουκ.· ἀγαπάω ὅτι..., εἰ..., ἐάν..., είμαι πολύ ικανοποιημένος αν..., σε Θουκ. κ.λπ.

