Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "χωρέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
χωρέω, μέλ. χωρήσω, Αττ. γενικά σε Μέσ. χωρήσομαι· αόρ. αʹ ἐχώρησα, παρακ. κεχώρηκα (χῶροςI. κάνω χώρο για κάποιον άλλο, δίνω χώρο, οπισθοχωρώ, υποχωρώ, αποχωρώ, αποσύρομαι, σε Ομήρ. Ιλ.· γαῖα ἔνερθε χώρησεν, η γη υποχώρησε από κάτω, δηλ. άνοιξε, σε Ομηρ. Ύμν.· πρύμναν χωρέω = κρούεσθαι πρύμναν, οπισθοχωρώ, σε Ευρ.· χωρεῖτε, πηγαίνετε! σε Αισχύλ.
Σύνταξη: 1. με γεν. τόπου, χώρησεν ἐπάλξιος, υποχώρησε από τις επάλξεις, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης, ἀπὸ κρατερῆς ὑσμίνης χωρήσαντες, στο ίδ.· ἐκ πυλῶν, σε Αισχύλ. 2. με δοτ. προσ., δίνω τόπο σε κάποιον, παραμερίζω πριν απ' αυτόν, οὐδ' ἂν Ἀχιλλῆϊ χωρήσειν, σε Ομήρ. Ιλ. II. 1. πηγαίνω μπροστά, κινούμαι μπροστά ή κατά μήκος, προβαίνω, προχωρώ, Λατ. incedere, έπειτα απλώς πηγαίνω ή έρχομαι, σε Ηρόδ. κ.λπ.· ταξιδεύω, οδοιπορώ, σε Σοφ.· χωρέω πρὸς ἔργον, αρχίζω, ξεκινώ, στον ίδ.· χωρέω πρὸς ἧπαρ, αγγίζω την καρδιά κάποιου, στον ίδ.· διὰ φόνου χωρέω, σε Ευρ.· κάτω χώρει, προχωρώ πιο κάτω, δηλ. ξεκινόντας απ' τα άνω μέρη του σώματος, σε Αισχύλ.· απόλ., χωρεῖ κύκλῳ (ὁ ποταμός), σε Πλάτ.· ὁμόσε χωρέω, συμπλέκομαι, σε Θουκ.· λέγεται για χρόνο, νὺξἐχώρει, η νύχτα πέρασε, πλησίασε στο τέλος της, σε Αισχύλ.· επίσης με αιτ. τόπου, Κεκροπίαν χθόνα χωρέω, σε Ευρ. 2. συνεχίζω, εξακολουθώ, Λατ. procedere, οὐ χωρεῖ τοὖργον, σε Αριστοφ.· τόκοι χωροῦσι, στον ίδ. 3. έρχομαι σ' ένα τέλος, φτάνω σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, παρὰ σμικρὰ κεχώρηκε, έφτασε σε μικρό αποτέλεσμα, λέγεται για χρησμούς, σε Ηρόδ.· εὐτυχέως χωρέω, Λατ. bene cedere, στον ίδ.· απόλ., όπως το προχωρέω, βαίνω καλώς, προβαίνω, πετυχαίνω, στον ίδ. 4. εκτείνομαι, διαδίδομαι, στον ίδ.· διὰ πάντων χωρεῖν, εξαπλώνομαι ανάμεσα σ' όλους, σε Ξεν. III. μτβ., χανδάνω, έχω χώρο για κάποιο πράγμα, χωρώ, ιδίως, για μέτρα, ὁ κρητὴρ χωρέει ἀμφορέας ἑξακοσίους, σε Ηρόδ.· ἡ πόλις οὐκ ἐχώρησεν αὐτούς, σε Θουκ.· χωρήσατε ἡμᾶς, μας βάλατε στην καρδιά σας, σε Κ.Δ.