Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "χρημᾰτισμός"

Βρέθηκε 1 λήμμα
χρημᾰτισμός, (χρηματίζωI. μαντική απάντηση, θεία εντολή ή διαταγή, σε Κ.Δ. II. (από Μέσ.), το να αποκτάς χρήματα, σε Πλάτ.· κέρδος, όφελος, σε Δημ.