LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "χειροτονέω"
- χειροτονέω, μέλ. -ήσω (χειρότονος)· I. σηκώνω ψηλά το χέρι μου με σκοπό να ψηφίσω, σε Πλούτ., Λουκ. II. 1. με αιτ. προσ., ψηφίζω κάποιον, εκλέγω, κυρίως με ανάταση των χεριών, σε Αριστοφ., Δημ. — Παθ., εκλέγομαι, σε Αριστοφ. κ.λπ.· χειροτονηθῆναι, εκλογή με ανάταση χειρών, αντίθ. προς το λαχεῖν, εκλογή με κλήρο, σε Πλάτ. κ.λπ. 2. με αιτ. πράγμ., ψηφίζω για κάτι, σε Δημ.· ομοίως, με απαρ., ψηφίζω να..., σε Αισχίν. — Παθ., κεχειροτόνηται ὕβρις εἶναι, ψηφίστηκε, ορίστηκε, αποφασίστηκε ότι είναι ύβρις, σε Δημ.

