LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "φῠλᾰκή"
- φῠλᾰκή, ἡ (φυλάσσω)· I. 1. παρακολούθηση ή φύλαξη, παρατήρηση, φύλαγμα, φρούρηση, ιδίως τη νύχτα, φυλακῆς μνήσασθε, συνεχίστε τη φρούρηση και φύλαξη, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, φυλακὰς ἔχειν, στο ίδ.· ὅπως ἀφανὴς εἴη ἡ φυλακή, δεν υπάρχει τίποτα φανερό να φρουρήσω, σε Θουκ.· φυλακὴν φυλάττειν, συνεχίζω να φυλάσσω, σε Ξεν.· τὰς φυλακὰς ποιεῖσθαι, στον ίδ.· φυλακὰς καταστήσαθαι, τοποθετώ φρουρές, σε Αριστοφ. 2. φρουρός ή φρουρά, λέγεται για ανθρώπους, σε Πλάτ., Ξεν. κ.λπ.· ἡ τοῦ σώματος φυλακή, φύλαξη του σώματος, σε Δημ.· φρουρά ή φρούριο, σε Ηρόδ.· ἡ ἐν τῇ Ναυπάκτῳ φυλακῇ, λέγεται για μοίρα ναυτική, σε Θουκ. 3. λέγεται για τόπο, παρατηρητήριο, θέση, σταθμός, σε Ομήρ. Ιλ., Ξεν. 4. χρησιμοποιείται για χρόνο, μέρος της νύχτας, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ. 5. τόπος εγκλεισμού, δεσμωτήριο, φυλακή, σε Ανθ., Κ.Δ. II. 1. παρατηρητήριο, φύλαξη, τήρηση, συντήρηση, είτε για ασφάλεια είτε για περιορισμό, ἔχειν ἐν φυλακῇ τινα, κρατώ φυλακισμένο ή περιορισμένο (απασχολημένο), σε Ηρόδ.· τὸν τῆς γλώσσης χαρακτῆρα ἐν φυλακῇ ἔχειν, συντηρώ τον ίδιο χαρακτήρα της γλώσσας, στον ίδ.· ομοίως, διὰ φυλακῆς ἔχειν ή ποιεῖσθαί τι, σε Θουκ.· επίσης, φυλακὴν ἔχειν, = φυλάττεσθαι, προσέχω, αγρυπνώ, περί τινα, σε Ηρόδ.· ἦσαν ἐν φυλακῇσι, είχαν μεγάλες προφυλάξεις, στον ίδ. 2. επιτροπεία, σε Αριστ. 3. ασφάλεια, σε Ισοκρ. III. (από Μέσ.), προφύλαξη, σε Πλάτ.

