LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "φυλακτέος"
- φυλακτέος, -α, -ον, ρημ. επίθ. του φυλάσσω· 1. αυτός που πρέπει να φυλάσσεται ή να διατηρείται, σε Σοφ., Ευρ. II. 1. φυλακτέον, αυτό που πρέπει να προσέχει κανείς ή να υπακούει, σε Ευρ. 2. (από Μέσ.), αυτός που πρέπει να προφυλαχθεί εναντίον κάποιου, τι, σε Αισχύλ., Πλάτ.

