Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "τροφεῖα"

Βρέθηκε 1 λήμμα
τροφεῖα, τά (τροφεύωI. αμοιβή που δίδεται στην ή στον τροφό, σε Αισχύλ. κ.λπ. II. βίου τροφεῖα, τρόπος ζωής κάποιου, τροφή, σε Σοφ.· τροφεῖα ματρός, το μητρικό γάλα, σε Ευρ.