Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "τηλίκος[ῐ]"

Βρέθηκε 1 λήμμα
τηλίκος[ῐ], , -ον, I. τόσος στην ηλικία, τόσο νέος ή τόσο ηλικιωμένος, συσχ. του ἡλίκος, σε Όμηρ.· με απαρ., οὐ ἐπὶ σταθμοῖσι μένειν τηλίκοις, δεν είμαι τόσο νέος, ώστε να μένω σπίτι, σε Ομήρ. Οδ. II. τόσο μεγάλος, Λατ. tantus, σε Ανθ.