LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "τελευτάω"
- τελευτάω, Ιων. τελευτέω, μέλ. τελευτήσω — Παθ., Μέσ. μέλ. τελευτήσομαι· αόρ. ἐτελευτήθην· I. 1. τελειώνω, εκπληρώνω, Λατ. perficere, σε Όμηρ.· εκπληρώνω όρκο ή υπόσχεση, στον ίδ.· τελευτᾶν τινι κακὸν ἦμαρ, προκαλώ άσχημη μέρα για κάποιον, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως στους Αττ., ποῖ τελευτῆσαί με χρή; = σε ποιο τέλος πρέπει να το φέρω; σε Σοφ.· Ζεὺςὅ τι νεύσῃ, τοῦτο τελευτᾷ, σε Ευρ. κ.λπ. — Παθ., εκπληρώνομαι, γίνομαι, συμβαίνω, σε Όμηρ., Ευρ. 2. φέρνω σε πέρας, τελειώνω, ιδίως τελευτάω τὸν αἰῶνα, τελειώνω την ζωή, δηλ. πεθαίνω, σε Ηρόδ.· τελευτάω βίον, σε Αισχύλ.· επίσης με γεν., τελευτᾶν βίου, τελειώνω την ζωή, σε Ξεν.· ομοίως, λόγου τελευτᾶν, σε Θουκ.· επίσης και χωρίς τον βίον, τελειώνω την ζωή, πεθαίνω, σε Ηρόδ., Αττ.· τελευτάω ὑπότινος, φονεύομαι, σε Ηρόδ. II. αμτβ., 1. εκπληρώνομαι, στον ίδ. 2. φτάνω σ' ένα τέλος, τελειώνω, Λατ. finire, στον ίδ., Αττ.· με εμπρόθ. προσδιορ., τελευτάω ἔς τι, φτάνω σ' ένα συγκεκριμένο τέλος, καταλήγω κάπου, σε Ηρόδ., Αττ.· ποῖ (ἐς τί) τελευτᾶ; σε τί καταλήγει; ποιο είναι το τέλος του; σε Αισχύλ. 3. πεθαίνω, βλ. ανωτ. 4. η μτχ. τελευτῶν, -ῶσα, -ῶν, χρησιμοποιείται ως επίρρ., επί τέλους, στο τέλος, τελευτᾶν ἔλεγε, σε Ηρόδ.· κἂν ἐγίγνετο πληγὴ τελευτῶσα, και θα τελείωνε το πράγμα σε συμπλοκή, σε Σοφ.· τὰς ὀλοφύρσεις τελευτῶντες ἐξέκαμνον, στο τέλος κουράστηκαν από το πένθος, σε Θουκ. 5. λέγεται για χώρα, φτάνω σ' ένα τέλος, παρακμάζω, σε Ηρόδ.

