Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "τελέω"

Βρέθηκαν 2 λήμματα [1 - 2]
τελέω, Επικ. επίσης τελείω· Επικ. παρατ. τέλεον· μέλ. τελέσω, Επικ. τελέσσω, Ιων. τελέω, Αττ. τελῶ, αόρ. ἐτέλεσα, Επικ. ἐτέλεσσα· παρακ. τετέλεκαΠαθ., Επικ. ενεστ. τελείομαι, μέλ. τελεσθήσομαι, και Μέσ. μέλ. με Παθ. σημασία, γʹ ενικ. τελεῖται, απαρ. τελέεσθαι, τελεῖσθαι, μτχ. τελεύμενος· αόρ. ἐτελέσθην· παρακ. τετέλεσμαι, γʹ ενικ. υπερσ. τετέλεστο· (τέλοςI. 1. συμπληρώνω, τελειώνω, εκπληρώνω, και γενικά, διενεργώ, φέρνω σε πέρας, Λατ. perficere, σε Όμηρ. — Παθ., στον ίδ.· ἅμα μῦθος ἔην, τετέλεστο δὲ ἔργον, ειπώθηκε ο λόγος και αμέσως ήταν τελειωμένο το έργο, σε Ομήρ. Ιλ. 2. εκπληρώνω το λόγο μου, σε Όμηρ.· παρέχω σε κάποιον την εκπλήρωση κάποιου πράγματος, τί τινι, στον ίδ.· τελέω νόον τινί, εκπληρώνω την επιθυμία κάποιου, σε Ομήρ. Ιλ.· τελέσαι κότον, χόλον, να καταπιεί το θυμό του, την οργή του, στο ίδ.· με απαρ., οὐδ' ἐτέλεσσε φέρειν, ούτε κατόρθωσε να φέρει, στο ίδ.· ὅρκια τελεῖν, όπως το ὅρκον τελευτᾶν, εκπληρώνω ή επιβεβαιώνω έναν όρκο, στο ίδ. 3. κάνω κάτι τέλειο, τελειοποιώ, ἀρετάν, σε Πίνδ.· τελέω τινα, δίνω σε κάποιον ευλογίες, ευχές τέλειας ευτυχίας, στον ίδ.· ομοίως, τελεσθεὶς ὄλβος, σε Αισχύλ.· επίσης, φέρνω το παιδί στην ωριμότητα, το φέρνω στην ζωή, σε Ευρ. 4. φέρνω σε ολοκλήρωση, τελειώνω, ὁδόν, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· χωρίς το ὁδόν, τελειώνω την πορεία κάποιου σε ένα μέρος, φτάνω σ' αυτό, σε Θουκ. 5. λέγεται για το χρόνο, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.Παθ., ἤματα μακρὰ τελέσθη, στο ίδ.· λέγεται για ανθρώπους, φτάνω στο τέλος μου, στο τέλος της ζωής μου, σε Αισχύλ. 6. αμτβ. όπως το Παθ., εκπληρώνομαι, αποβαίνω κατά κάποιο τρόπο, στον ίδ., σε Σοφ. II. 1. πληρώνω ό,τι οφείλω, πληρώνω τα τέλη μου, σε Ομήρ. Ιλ.· γενικά, πληρώνω, παρέχω δώρο, σε Όμηρ., Αττ.· απόλ., πληρώνω φόρους, σε Ηρόδ.Παθ., λέγεται για χρήματα, πληρώνομαι, καταβάλλομαι, στον ίδ.· λέγεται για πρόσωπα, υπόκειμαι σε πληρωμή φόρου ή φορολογούμαι, σε Δημ. 2. δαπανώ, ξοδεύω, σε Ηρόδ.Παθ., δαπανούμαι, ξοδεύομαι, στον ίδ.· ἐς τὸ δεῖπνον τετρακόσιοι τάλαντα τετελεσμένα, δαπανημένα στο δείπνο, στον ίδ. 3. επειδή σε πολλές ελληνικές πόλεις οι πολίτες ήταν διαιρεμένοι σε τάξεις ανάλογα με τη φορολογήσιμη περιουσία τους, η φράση τελέω εἴς τινας, σήμαινε ανήκω σε κάποια τάξη, υπολογίζομαι ότι ανήκω σε κάποια τάξη, Λατ. censeri inter, τελέω ἐς Ἕλληνας, ἐς Βοιωτούς, ανήκω στους Έλληνες, στους Βοιωτούς, στον ίδ.· εἰςἀστοὺς τελέω, ανήκω στους πολίτες, σε Σοφ.· εἰς γυναῖκας ἐξ ἀνδρῶν τελέω, να καταταχθώ στις γυναίκες ενώ είμαι άνδρας, σε Ευρ.· απ' όπου να συγκριθεί πρὸς τὸν πατέρα τελέσαι, με τον πατέρα του, σε Ηρόδ. III. 1. όπως το τελειόω II, κάνω κάτι τέλειο, δηλ. μυώ στα μυστήρια, σε Πλάτ., Δημ.Παθ., μυούμαι, Λατ. initiari, σε Αριστοφ., Πλάτ. κ.λπ.· Διονύσῳ τελεσθῆναι, να αφιερωθεί στον Διόνυσο, να μυηθεί στα μυστήριά του, σε Ηρόδ.· με αιτ., τελεσθῆναι Βακχεῖα, σε Αριστοφ. 2. μεταφ., στρατηγὸς τελεσθῆναι, να διοριστεί επίσημα στρατηγός, σε Δημ.· τετελεσμένος σωφροσύνῃ, οπαδός της σωφροσύνης, της εγκράτειας, σε Ξεν. 3. επίσης, λέγεται για ιερές τελετές, τελώ, σε Ευρ., Ανθ.
τελέως, επίρρ., βλ. τέλειος.