Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "σωφρονέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
σωφρονέω, μέλ. -ήσω (σώφρων1. έχω σώες τις φρένες, είμαι λογικός, φρόνιμος, γνωστικός, σε Ηρόδ. 2. είμαι μετριοπαθής, συνετός, φρόνιμος, δείχνω αυτοκυριαρχία, σε Αισχύλ., Αριστοφ. κ.λπ.· σωφρονέω, περὶ τοὺς θεούς, σε Ξεν. 3. συνέρχομαι, έρχομαι στα λογικά μου, βάζω μυαλό, ανακτώ την αυτοκυριαρχία μου, σε Ηρόδ. κ.λπ. 4. Παθ., τὰ σεσωφρονημένα μοι, αυτά που έχω πράξει με σύνεση, με σωφροσύνη, σε Αισχίν.