LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "σφόδρᾰ"
- σφόδρᾰ, επίρρ.· I. πολύ, πάρα πολύ, υπερβολικά, ορμητικά, βίαια, δυνατά, σφοδρά, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ.· με επίθ., σφόδρα ὑπέρτεροι, πολύ, μακράν ανώτεροι, σε Πίνδ.· σφόδρα ἄδικος, σε Πλάτ.· με ουσ., τὴν σφόδρα φιλίαν, στον ίδ.· II. σφόδρα γε, καὶ σφόδρα γε, σε απαντήσεις, με μεγάλη, ακλόνητη βεβαιότητα, στον ίδ.

