Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "συν-ᾰγωνίζομαι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
συν-ᾰγωνίζομαι, Αττ. μέλ. -ιοῦμαι, αποθ.· 1. αγωνίζομαι από κοινού με κάποιον, αγωνίζομαι μαζί του βοηθώντάς τον, συμπολεμώ, τινι, σε Θουκ. κ.λπ.· γενικά, ξυναγωνίζομαί τινι, συμμερίζομαι την τύχη κάποιου, στον ίδ. 2. βοηθώ, υποστηρίζω, τινι, σε Δημ. 3. απόλ., μάχομαι στην ίδια πλευρά, σε Θουκ.