LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "συν-οράω"
- συν-οράω, μέλ. -όψομαι, αόρ. βʹ -εῖδον, απαρ. -ῐδεῖν· πρβλ. σύνοιδα· I. βλέπω μαζί ή συγχρόνως, σε Ξεν. II. βλέπω ως σύνολο, βλέπω με μια ματιά, δια μιας, είτε με τα μάτια, είτε με τη διάνοια, σε Πλάτ., Δημ.· κατά την ομιλία, κάνω μια γενική θεώρηση, σε Ισοκρ. κ.λπ.

