LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "συμ-βούλομαι"
- συμ-βούλομαι, μέλ. -ήσομαι, παρακ. -βεβούλημαι, αποθ.· 1. θέλω ή επιθυμώ από κοινού με κάποιον, με δοτ., σε Ευρ. 2. συμφωνώ με κάποιον, τινι, σε Πλάτ.· απόλ., συναινώ, στον ίδ.

