Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "στέργω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
στέργω, μέλ. στέρξω, αόρ. αʹ ἔστερξα, παρακ. ἔστοργαΠαθ., αόρ. αʹ ἐστέρχθην· παρακ. ἔστεργμαι· I. αγαπώ, λέγεται για αμοιβαία αγάπη μεταξύ γονέων και παιδιών, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.· λέγεται για αμοιβαία αγάπη μεταξύ βασιλέως και υπηκόων του, σε Ηρόδ., Σοφ.· μεταξύ μιας χώρας και των αποικιών της, σε Θουκ.· μεταξύ αδελφών (αντρών ή γυναικών), σε Ευρ.· μεταξύ φίλων, σε Σοφ.· μεταξύ συζύγων, σε Ηρόδ., Σοφ. II. γενικά, αρέσκομαι σε, δείχνω ευαρέσκεια, μου αρέσει, σε Θέογν., Σοφ. κ.λπ.· επίσης, λέγεται για πράγματα, αποδέχομαι ευχαρίστως, σε Ηρόδ. κ.λπ. III. 1. είμαι ή μένω ευχαριστημένος, ικανοποιημένος, ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι, συναινώ, συγκατατίθεμαι, σε Σοφ., Δημ.· στέρξον, θα με υποχρεώσεις, κάνε μου τη χάρη, σε Σοφ. 2. με αιτ., είμαι ικανοποιημένος με, συναινώ σε, υποκύπτω σε, ανέχομαι κάτι, σε Ηρόδ.· στέργω τὴν τυραννίδα, την υπομένω, σε Αισχύλ.· στέργω κακά, σε Σοφ.· επίσης με δοτ., στέργω τοῖσι σοῖς, σε Ευρ.· τῇ ἐμῇ τύχῃ, σε Πλάτ.· με μτχ., πῶς ἂν στέρξαιμι κακὸν τόδε λεύσσων, σε Σοφ.· στέργουσιν ξυμφορᾷ νικώμενοι, σε Ευρ.· σπανίως με απαρ., οὐκ ἔστεργέ σοι ὅμοιος εἶναι, στον ίδ. IV. ικετεύω, παρακαλώ κάποιον να κάνει κάτι, ζητώ, δέομαι, αιτούμαι, Ἀπόλλω στέργω μολεῖν, σε Σοφ.