Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "σπένδω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
σπένδω, Επικ. βʹ ενικ. σπένδῃσθα· Ιων. παρατ. σπένδεσκον· μέλ. σπείσω, αόρ. αʹ ἔσπεισα, Επικ. σπεῖσα, Ιων. γʹ ενικ. σπείσασκε· παρακ. ἔσπεικαΜέσ., αόρ. αʹ ἐσπεισάμην, Επικ. αʹ πληθ. υποτ. σπείσομεν αντί σπείσωμενΠαθ., αόρ. αʹ ἐσπείσθην· παρακ. ἔσπεισμαι (που χρησιμ. τόσο με Μέσ. όσο και Παθ. σημασία)· I. 1. χύνω κρασί από το ποτήρι μου πριν πιω ως προσφορά στους θεούς, Λατ. libare, σε Όμηρ.· σπένδων οἶνον, χύνω κρασί από το ποτήρι μου, σε Όμηρ.· λοιβάς, σε Σοφ.· σπονδάς, χοάς, σε Ευρ.· ελλειπτ., σπένδω ἀγαθοῦ δαίμονος (ενν. σπονδήν), προσφέρω σπονδή προς τιμήν μιας ευμενούς θεότητας, σε Αριστοφ.· σπανίως με δοτ. πράγμ., ὕδατι σπένδω, προσφέρω σπονδή με νερό, σε Ομήρ. Οδ.· στην Κ.Δ. η Παθ. χρησιμ. μεταφορικά για ένα πρόσωπο, σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ, προσφέρομαι ως σπονδή κατά τη θυσία. 2. λέγεται χωρίς καμία θρησκευτική σημασία, χύνω κάποιο υγρό, σε Ηρόδ., Ξεν. κ.λπ. II. Μέσ., κάνω σπονδές από κοινού με κάποιον άλλο και, καθώς αυτό ήταν έθιμο κατά τη συνομολόγηση συνθηκών, συνομολογώ συνθήκη, συνάπτω ειρήνη, συνθηκολογώ, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ.· σπένδεσθαί τινι, συνομολογώ ειρήνη με κάποιον, σε Ευρ. κ.λπ.· ομοίως, σπένδω πρός τινα, σε Θουκ. κ.λπ.· σπένδεσθαι τῇ πρεσβείᾳ, υπόσχομαι ασφάλεια στα μέλη της πρεσβείας, σε Αισχίν.· με αιτ., εἰρήνην σπεισάμενοι Λακεδαιμονίοισι, αφού συνήψαν και καθιέρωσαν με σπονδές ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, σε Ηρόδ.· ἐσπεῖσθαι νεῖκος, κατευνάζω μια διαμάχη, σε Ευρ.· σπένδω ἀναίρεσιν τοῖς νεκροῖς, επιτυγχάνω ανακωχή για την ανακομιδή των νεκρών, σε Θουκ.Παθ., λέγεται για συνθήκη, επιτυγχάνω, συνομολογώ συνθήκη, στον ίδ.