LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "σπάω"
- σπάω, μέλ. σπάσω [ᾰ], αόρ. αʹ ἔσπασα, Επικ. σπάσα· παρακ. ἔσπακα — Μέσ., μέλ. σπάσομαι, αόρ. αʹ ἐσπασάμην, Επικ. σπασάμην, Επικ. βʹ πληθ. σπάσσασθε, μτχ. σπασσάμενος — Παθ., μέλ. σπασθήσομαι, αόρ. αʹ ἐσπάσθην, παρακ. ἔσπασμαι· I. 1. λέγεται για ξίφος, τραβώ το ξίφος από τη θήκη, εξάγω, βγάζω τραβώντας, σύρω, σε Ευρ.· κατά κανόνα στη Μέσ., σε Όμηρ. — Παθ., σύρομαι, έλκομαι, εξάγομαι, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐσπασμένοι τὰ ξίφη, έχοντας τραβήξει τα ξίφη τους, σε Ξεν. 2. πάλον σπᾶν, τραβώ κλήρο (από την περικεφαλαία), σε Αισχύλ. 3. απόλ., σύρω, σηκώνω, σπᾶτ' ἀνδρείως, σύρετε, σηκώνετε σαν άντρες. II. 1. λέγεται για βίαιες πράξεις, μαδώ, ανασπώ, αφαιρώ, ξεριζώνω, κόμην, σε Σοφ. 2. όπως το σπαράσσω, ξεσχίζω, κατακομματιάζω, λέγεται για θηρία, σε Σοφ. 3. συστρέφω, στραμπουλίζω, τεντώνω βίαια, εξαρθρώνω — Παθ., τὸν μωρὸν σπασθῆναι, σε Ηρόδ. 4. αρπάζω, αποσχίζω με βία, αποσπώ, αφαιρώ, σε Ευρ. 5. μεταφ., παρασύρω, απομακρύνω, σε Σοφ., Πλάτ. 6. Παθ., συσπώμαι, τινάζομαι σπασμωδικά, σε Σοφ. III. απομυζώ, θηλάζω, ρουφώ, βυζαίνω, σε Αισχύλ., Ευρ. IV. 1. σύρω κρατώντας σφιχτά, τραβώ τα ηνία, σε Ξεν. 2. λέγεται για την αλιεία· απ' όπου, παροιμ., οὐκ ἔσπασεν ταύτῃ γε, δεν έπιασε τίποτε σύροντας την πετονιά, σε Αριστοφ. V. υιοθετώ, οικειοποιούμαι, ιδιοποιούμαι, σε Ανθ.

