LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "σκευοφορέω"
- σκευοφορέω, μέλ. -ήσω, μεταφέρω αποσκευές, εφόδια, είμαι αχθοφόρος, σε Ξεν. — Παθ., αναθέτω τη μεταφορά των αποσκευών μου, σε Πλούτ.

