Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "σκευή"

Βρέθηκε 1 λήμμα
σκευή, (σκεῦος), I. 1. εξοπλισμός, εξάρτυση, ενδυμασία, ιματισμός, στολή, Λατ. apparatus, σε Ηρόδ., Σοφ. κ.λπ. 2. μόδα, τρόπος ντυσίματος ή αισθητική της ενδυμασίας, σε Ηρόδ., Θουκ. II. αρματωσιά, όπως αυτή των διχτυών ψαρέματος, σε Πίνδ.