Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πύστις"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πύστις, -εως, (πυθέσθαι),· I. σπανιότερος τύπος του πεῦσις, ερώτηση, εξέταση, τὰς πύστεις ἐρωτῶντες, εἰ..., εισάγοντας την ερώτηση αν, είτε..., σε Θουκ. II. αυτό που μαθαίνει κανείς έπειτα από ερώτηση, πληροφορία, αγγελία, φήμη, σε Αισχύλ., Ευρ.· κατὰ πύστιν ᾗ χωροίη, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έμαθαν για το πού είχε πάει, σε Θουκ.· πύστει τῶν προγενομένων, εξαιτίας της πληροφορίας για ό,τι είχε γίνει από πριν, στον ίδ.