Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πρῠτᾰνεύω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πρῠτᾰνεύω, μέλ. -σω, I. είμαι πρύτανις ή πρόεδρος, έχω κυριαρχία, εξουσία, κυβερνώ, σε Ομηρ. Ύμν. II. 1. στην Αθήνα, έχω το αξίωμα του πρύτανη, κυρίως χρησιμ. από την προεδρεύουσα φυλή (βλ. πρύτανις II), ἔτυχεν ἡ φυλὴ Ἀκαμαντὶς πρυτανεύουσα, σε Πλάτ. κ.λπ. 2. πρυτανεύω περὶ εἰρήνης, κάνω πρόταση για ειρήνη και τη θέτω σε ψηφοφορία, διότι αυτό ήταν το καθήκον των πρυτάνεων, σε Αριστοφ. κ.λπ. III. γενικά, διευθύνω, διοικώ, κανονίζω, σε Δημ.Παθ., πρυτανεύεσθαι παρά τινος, στον ίδ.