LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "προ-λέγω"
- προ-λέγω, μέλ. -ξω· I. 1. επιλέγω, διαλέγω πριν από τους άλλους, προτιμώ — Παθ., Ἀθηναίων προλελεγμένοι, σε Ομήρ. Ιλ.· πασᾶν ἐκ πολίων προλέγω, σε Θεόκρ. II. 1. λέω, μαντεύω από πριν, ανακοινώνω εκ των προτέρων, λέγεται για χρησμό, σε Ηρόδ., Αττ. 2. λέω δημόσια, διακηρύσσω, με αιτ. και απαρ., σε Αισχύλ. κ.λπ. 3. προλέγω τινὶ ποιεῖν τι, διατάζω αυτόν να κάνει κάτι, σε Ξεν.· καθιστώ κάποιον προσεκτικό, προειδοποιώ, σε Θουκ. 4. απαγγέλλω τιμωρία, προλέγω δεσμόν τινι, σε Δημ.

