LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "προ-ηγορέω"
- προ-ηγορέω (προήγορος), μέλ. -ήσω, μιλώ υπέρ των άλλων, σε Ξεν.· προηγορῶ τινί, μιλώ αντί για άλλους, σε Πλουτ.

