LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "προσ-ποιέω"
- προσ-ποιέω, μέλ. -ήσω, I. παραχωρώ σε, Λατ. tradere alicui in manus, προσποιέω τινὶ τὴν Κέρκυραν, σε Θουκ.· προσποιέω Λέσβον τῇ πόλει, σε Ξεν. II. 1. Μέσ., με Μέσ. και Παθ. αόρ., προσάπτω, προσθέτω στον εαυτό μου, αποκτώ, κερδίζω, τινά, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· τὸν δῆμον, σε Αριστοφ.· με την προσθήκη δεύτερης αιτ., φίλους προσποιέω τοὺςΛακεδαιμονίους, ως φίλους, σε Ηρόδ.· ὑπηκόους προσποιέω τὰς πόλεις, σε Θουκ. 2. παίρνω κάτι που δεν ανήκει σε μένα, ιδιοποιούμαι, προβάλλω διεκδικήσεις, τὴντῶν γεφυρῶν διάλυσιν, στον ίδ. 3. προσποιούμαι, υποκρίνομαι, παριστάνω, προφασίζομαι, ὀργήν, σε Ηρόδ.· προσποιέω ἔχθραν, τη χρησιμοποιώ ως πρόσχημα, προφασίζομαι, σε Θουκ. 4. με απαρ., προσποιούμαι ότι κάνω ή είμαι, σε Ηρόδ. κ.λπ.· προσποιέω μὲν εἰδέναι, εἰδότες δὲ οὐδέν, σε Πλάτ.· με απαρ. μέλ., κάνω ότι τάχα, σε Ξεν. 5. με αρνητικό, Λατ. dissimulare, δεῖ δέ, εἰ καὶ ἠδίκησαν, μὴ προσποιεῖσθαι, να προσποιηθούν ότι δεν ήταν έτσι, ότι δεν αδίκησαν, σε Θουκ.

