Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "προσ-πίπτω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
προσ-πίπτω, μέλ. -πεσοῦμαι (για το ποτιπεπτηυῖαι, βλ. προσπτήσσωI. 1. πέφτω πάνω, προσκρούω, ἔςτι, σε Σοφ.· τινί, σε Ξεν.· πέφτω κατά πάνω, σωριάζομαι, σε Θουκ. 2. πέφτω πάνω, επιτίθεμαι, ορμώ, τινί, στον ίδ., Ξεν. κ.λπ.· απόλ., σε Θουκ., Ξεν. 3. απλώς, τρέχω προς, σε Ηρόδ., Ξεν. 4. πέφτω πάνω σε, εναγκαλίζομαι, τινί, σε Ευρ.· απ' όπου, προσπίπτω τινί, προσχωρώ στην παράταξη κάποιου, σε Ξεν. 5. συναντώ τυχαία κάποιον, βρίσκω τυχαία, συναντιέμαι με, ανταμώνω, μὴ λάθῃ με προσπεσών, σε Σοφ.· με δοτ. πράγμ., συναντώ τυχαία κάποιον, εμπίπτω, σε Ευρ., Ξεν.· με αιτ., μείζω βροτείας προσπίπτω ὁμιλίας, σε Ευρ. II. λέγεται για πράγματα: 1. για συμβάντα, επέρχομαι ξαφνικά, συμβαίνω σε κάποιον, τινί, σε Ηρόδ., Ευρ. κ.λπ.· απόλ., συμβαίνω, σε Ηρόδ., Θουκ.· πρὸς τὰ προσπίπτοντα, σύμφωνα με τις περιστάσεις, σε Αριστ. 2. λέγεται για δαπάνες, πέφτω πάνω, επιβαρύνω, σε Θουκ. 3. φτάνω στα αυτιά κάποιου, λέγομαι ως νέο, σε Αισχίν. III. 1. πέφτω στα πόδια κάποιου, προσπέφτω σε κάποιον, ικετεύω, εκλιπαρώ, σε Ηρόδ., Σοφ.· με δοτ., προσπίπτω βωμοῖσι, σε Σοφ.· γόνασί τινος, σε Ευρ.· θεῶν πρὸς βρέτας, σε Αριστοφ. 2. με αιτ., πέφτω κάτω μπροστά σε κάποιον, ικετεύω, σε Ευρ.