Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "προσ-δέχομαι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
προσ-δέχομαι, Ιων. -δέκομαι, μέλ. -δέξομαι, Επικ. συγκοπτ. μτχ. αορ. βʹ ποτιδέγμενος· αποθ. I. 1. δέχομαι ευχαρίστως, αποδέχομαι, σε Ηρόδ.· δέχομαι φιλόξενα, σε Σοφ. κ.λπ.· δέχομαι σε έναν τόπο, σε Θουκ.· δέχομαι ως πολίτη, σε Πλάτ. 2. δέχομαι σε μια συζήτηση κάτι, στον ίδ. II. 1. Επικ. μτχ. ποτιδέγμενος, αυτός που περιμένει ή προσδοκεί, σε Όμηρ.· ομοίως, προσδεκομένους τοιοῦτο οὐδέν, σε Ηρόδ.· τῷ Νικίᾳ προσδεχομένῳ ἦν, ήταν σύμφωνα με την προσδοκία αυτού, σε Θουκ.· με αιτ. και απαρ. μέλ., προσδοκώ, προσμένω ότι, σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. περιμένω υπομονετικά, σε Όμηρ.