LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "προσ-δέομαι"
- προσ-δέομαι, Δωρ. ποοτι-δεύομαι, μέλ. -δεήσομαι, αόρ. αʹ -εδεήθην· αποθ., I. 1. είμαι σε έλλειψη, βρίσκομαι σε στέρηση, ζητώ, απαιτώ επιπλέον, τινος, σε Θουκ. κ.λπ.· ἤν τι προσδέωμαι, εάν είμαι εξ ολοκλήρου σε στέρηση, σε Ξεν.· με απαρ., επιθυμώ επιπλέον να κάνω ένα πράγμα, στον ίδ. 2. σπανίως απρόσ., = προσδεῖ, στον ίδ. II. παρακαλώ ή ζητώ από κάποιον, τί τινος, σε Ηρόδ.· με αιτ. προσ. και απαρ., ικετεύω κάποιον να κάνει κάτι, στον ίδ.· με γεν. προσ. και απαρ., παρακαλώ κάποιον να κάνει κάτι, στον ίδ.

