LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "προσ-ίστημι"
- προσ-ίστημι, μέλ. -στήσω, I. τοποθετώ κοντά, φέρνω κοντά, πρῷραν πρὸς κῦμα, σε Ευρ. II. 1. Παθ., προσίσταμαι, με αόρ. βʹ και Ενεργ. παρακ., στέκομαι κοντά ή δίπλα, με δοτ., σε Ηρόδ., Αττ.· με αιτ. με σημασία προσέγγισης, βωμὸν προσέστην, σε Αισχύλ.· με πρόθ., προσίστημι πρὸς τῷ δικαστηρίῳ, σε Αισχίν.· με γεν., καρδίας προσίσταται, βρίσκεται στη θέση της καρδιάς, σε Αισχύλ.· απόλ., σε Ξεν. κ.λπ. 2. μεταφ., προσίσταταί μοι, έρχεται στο κεφάλι μου, στο μυαλό μου, ὅ σοι προσέστη, σε Πλάτ.· επίσης με αιτ., ὡς ἄρα μιν προσέστη τοῦτο, σε Ηρόδ. 3. τοποθετούμαι εναντίον κάποιου, προσβάλλω, τοῖς ἀκούουσιν, σε Δημ.

