LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "πολυ-πραγμονέω"
- πολυ-πραγμονέω, Ιων. -πρηγμονέω, μέλ. -ήσω, 1. ασχολούμαι με πολλά πράγματα, με αρνητική σημασία, είμαι ανακατωσούρης, φιλοπερίεργος, σε Αριστοφ., Πλάτ.· επίσης, όπως το νεωτερίζω· ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις, δολοπλοκώ, σε Ηρόδ., Ξεν. 2. με αιτ., περιεργάζομαι κάτι, σε Μένανδρ.

