LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "πλῆθος"
- πλῆθος, -εος, τό, Δωρ. πλᾶθος, (πίμ-πλημι)· I. 1. ο πολύ μεγάλος αριθμός, το μεγαλύτερο μέρος, η μάζα, το κυρίως σώμα, σε Ηρόδ., Ξεν. κ.λπ.· πλειοψηφία, λαός, όπως δῆμος, Λατ. plebs, σε Ηρόδ., Αττ.· επίσης, λαός, όχλος, σε Ξεν. II. ποσότητα ή αριθμός, σε Ηρόδ., Αττ.· πλήθει παρόντες, με πολλή δύναμη, σε Θουκ.· απόλ. με αιτ., πόσοιτὸ πλῆθος;, σε Ηρόδ.· πλῆθος ἀνάριθμοι, σε Αισχύλ. III. 1. μέγεθος, διάσταση ή έκταση, ὄροςπλήθεϊ· μέγιστον, σε Ηρόδ.· πεδίον πλῆθος ἄπειρον, στον ίδ. κ.λπ. 2. ποσότητα ή ποσό, σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ. IV.λέγεται για το χρόνο, μήκος, διάρκεια, σε Θουκ. κ.λπ. V. με πρόθ. ή με ὡς με επιρρ. σημασία, ἐς πλῆθος, σε μεγάλους αριθμούς, στον ίδ.· ὡς πλήθει, εξ ολοκλήρου, γενικά, σε Πλάτ.· ομοίως, ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, ως επί το πλείστον, συνήθως, Λατ. ut plurimum, στον ίδ.

