Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πλοῖον"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πλοῖον, τό (πλέω), σκάφος που επιπλέει, πλοίο, βάρκα, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· πλοῖα λεπτά, πλοιάρια, σε Ηρόδ., Θουκ.· πλοῖα ἱππαγωγά, φορτηγά πλοία, σε Ηρόδ.· πλοῖα μακρά, πλοία για τον πόλεμο (πολεμικά), στον ίδ.· πλοῖα στρογγύλα ή φορτηγικά, τα εμπορικά, για τη μεταφορά των φορτίων, σε Ξεν.· όταν είναι αντίθ. προς το ναῦς σημαίνει πλοίο εμπορικό ή για μεταφορά, τοῖς πλοίοις καὶ ταῖς ναυσί, σε Θουκ.