Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "πλημμελέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
πλημμελέω, μέλ. -ήσω, κάνω σφάλμα στη μουσική· μεταφ., κάνω λαθος, αμαρτάνω, σφάλλω, τι, σε κάποιο πράγμα, σε Ευρ., Πλάτ. κ.λπ.· εἴς τινα, σε Αισχίν.Παθ., πλημμελεῖσθαι ὑπό τινος, τυγχάνω κακής μεταχείρισης από κάποιον, δεινοπαθώ από αυτόν, σε Πλάτ., Δημ.