Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "περι-τίθημι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
περι-τίθημι, μέλ. -θήσω, αόρ. αʹ περιέθηκα, αόρ. βʹ προστ. περίθες· I. τοποθετώ κάτι γύρω από κάτι άλλο, σε Ομήρ. Οδ.· περιτιθέναι τί τινι, σε Ηρόδ.Μέσ., τοποθετώ γύρω μου, περιβάλλω, σε Όμηρ., Ευρ. II. μεταφ. όπως το περιβάλλω, παραχωρώ, χορηγώ, επιδαψιλεύω, περιτίθημί τινι βασιληΐην ἐλευθερίην, σε Ηρόδ., Θουκ.· ομοίως, περιτίθημι τὴν Μηδικὴν ἀρχὴν τοῖς Ἕλλησι, επιβάλλω τη Μηδική εξουσία ως ζυγό γύρω από το λαιμό των Ελλήνων, σε Θουκ.