Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "περι-γίγνομαι"

Βρέθηκε 1 λήμμα
περι-γίγνομαι, Ιων. και μεταγεν. -γίνομαι [ῑ], μέλ. -γενήσομαι, αόρ. βʹ -εγενόμην, παρακ. -γέγονα· I. 1. είμαι ανώτερος από τους άλλους, υπερισχύω, υπερνικώ, υπερέχω, με γεν., ἡνίοχος περιγίγνεται ἡνιόχοιο, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· σπανίως με αιτ., περιγίγνομαι Ἕλληνας, σε Ηρόδ.· απόλ., είμαι ανώτερος, επικρατώ, στον ίδ., Θουκ. κ.λπ. 2. λέγεται για πράγματα, ἤν τι περιγένηταί σφι τοῦ πολέμου, αν κέρδιζαν κάποιον προνόμιο στον πόλεμο, σε Θουκ.· περιγίγνομαι ὑμῖν πλῆθος νεῶν, έχω υπεροχή στον αριθμό των πλοίων, στον ίδ. II. 1. επιζώ, ξεπερνώ, διασώζομαι, διαφεύγω, Λατ. salvus evadere, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· οἱ περιγενόμενοι, οι επιζώντες, σε Ηρόδ.· επίσης με γεν. πράγμ., περιεγένετο τούτου τοῦ πάθεος, επέζησε της συμφοράς, στον ίδ. 2. λέγεται για πράγματα, περισσεύω, σε Αριστοφ., Ξεν. 3. λέγεται για πράγματα επίσης, μένω ως κέρδος ή αποτέλεσμα, ἐκτῶν μεγίστων κινδύνων μέγισται τιμαὶ περιγίγνονται, σε Θουκ.· περιγίγνεταί τι, το αποτέλεσμα της υπόθεσης είναι τέτοιο, σε Δημ.