LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "περί-εργος"
- περί-εργος, -ον (*ἔργω)· I. 1. αυτός που είναι υπερβολικά προσεκτικός, σε Λυσ. κ.λπ. 2. αυτός που ασχολείται με τις υποθέσεις των άλλων, ανακατωσούρης, κουτσομπόλης, σε Ξεν. II. 1. Παθ., φτιαγμένος με ιδιαίτερη φροντίδα, καλοδουλεμένος, σε Αισχίν. κ.λπ. 2. περιττός, σε Πλάτ. κ.λπ. 3. περίεργος, προληπτικός, σε Πλούτ.

