LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "παρ-αναγιγνώσκω"
- παρ-αναγιγνώσκω, έπειτα -γῑνώσκω, μέλ. -αναγνώσομαι· I. διαβάζω δίπλα σε αντιπαραβολή, έτσι ώστε να συγκρίνω ένα έγγραφο με ένα άλλο, παραναγιγνώσκω παρὰ μαρτυρίας τὰς ῥήσεις, σε Δημ. II. διαβάζω δημοσίως, σε Πολύβ.

