Γραφικό

LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)

Αποτελέσματα για: "παρηγορέω"

Βρέθηκε 1 λήμμα
παρηγορέω, παρατ. παρηγόρουν, μέλ. -ήσω, αόρ. αʹ -ήσαΠαθ., αόρ. αʹ -ήθην· (παρήγοροςI. απευθύνω λόγο, προτρέπω, ενθαρρύνω, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· με απαρ., συμβουλεύω, παραινώ, σε Ευρ.· ομοίως στη Μέσ., σε Ηρόδ. II. παρηγορώ, καθησυχάζω, σε Αισχύλ.