LIDDELL & SCOTT
Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007)
Αποτελέσματα για: "παρα-τρέχω"
- παρα-τρέχω, μέλ. -θρέξομαι και δραμοῦμαι· αόρ. βʹ παρέδρᾰμον, γʹ πληθ. υπερσ. -δεδραμήκεσαν· 1. τρέχω πιο πέρα ή προσπερνώ, σε Ομήρ. Ιλ., Αριστοφ. 2. προσπερνώ, προφθάνω, σε Ομήρ. Ιλ.· παρατρέχω τὰ τότε κακά, πηγαίνω πιο πέρα, τα ξεπερνώ, σε Ευρ. 3. διασχίζω τρέχοντας ή διατρέχω, μέσω κομματιού γης που είναι ορισμένο ή νοητό, σε Ξεν. 4. διατρέχω γρήγορα, δηλ. διέρχομαι επιτροχάδην, σε Ισοκρ.· αψηφώ, παραμελώ, σε Θεόκρ. 5. διαφεύγω απαρατήρητος, τινά, σε Πολύβ.

